Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Η θαυμαστή εμφάνιση του Αγίου στη ζωή μου.

Με ρώτησες ως ευφυής και ευγενής ηλεκτρονικός φίλος, από πού κατάλαβα ότι ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (Μαξιμόβιτς είναι το ορθότερο αλλά εμείς οι Έλληνες πήραμε λίγο λάθος τον τόνο) ήταν αυτός που βοήθησε τη μάνα μου, στην αρρώστια της.
Δύσκολο να το εξηγήσει κάποιος.
Πολύ δύσκολο να το εξηγήσω συνοπτικά σε άνθρωπο με σπουδές και λογική Δυτικού τύπου.
Πολύ δύσκολο έως και αδύνατο, θα έλεγα, όμως...μια και μου έθεσες το ερώτημα θα προσπαθήσω να αρθρώσω δυο λόγια και αν με χαρακτηρίσεις ως τρελή για δέσιμο- καμία κακία δεν θα κρατήσω!

Είχα πρωτοακούσει απο το σύνευνο Πέτρο για τον άγιο Ιωάννη Μαξιμόβιτς.

Είχα ακούσει ότι οι Αμερικανορώσοι που τον γνώρισαν, τον ευλαβούνταν ως άγιο, ωστόσο
κ α μ ί α απολύτως σημασία δεν έδινα.
Ομολογώ την αδιαφορία μου.
-Εντάξει τώρα!
Δεν ήταν παρά ένας γέρος ρασοφόρος.
Εντάξει.
Δεν θα δεχτώ ότι όποιος είναι γέρος και ρώσος παπάς ότι είναι αυτομάτως και άγιος, μην τρελαθούμε , κυρία μου!
Είμαι χαζή και γραία, αλλά τόοοσο ηλίθια πια δεν είμαι!

Έτσι προσπερνούσα το θέμα και δεν το έκανα ζήτημα.
Το πιο βασικό μου εμπόδιο, νομίζω πως ήταν, η αίσθηση που είχα για τους αγίους, παιδιόθεν.
Οι άγιοι,ας πούμε,για την παιδική μου συνείδηση, έπρεπε να έχουν ζήσει τουλάχιστον πριν απο τριακόσια χρόνια, ήταν μάλλον αγέλαστοι και σχεδόν, όταν θα ζούσαν - δεν θα πήγαιναν καν στην τουαλέτα!

Ο Ιωάννης Μαξιμόβιτς, εκοιμήθη εν Κυρίω, το 1966, στο Σαν Φρανζίσκο

(το άγιο σώμα του, σώζεται ακέραιο στο ναό της ΠΑΝΤΩΝ ΘΛΙΒΟΜΕΝΩΝ Η ΧΑΡΑ, που έχτισε ο ίδιος στην ίδια πόλη)

Ο Άγιος Ιωάννης βρέθηκε πολύ κοντά στην εποχή μου,πώς να πιστέψω ότι ήταν άγιος;

Μα υπάρχουνε άγιοι σήμερα;

-Οχι, όχι, δεν το πίστευα,ότι ήταν άγιος, που να με κρέμαγες απο το σύρμα με μανταλάκια!

Κατά την ταπεινή μου άποψη,απο το 1981 που πρωτοάκουσα γι αυτόν, μέχρι το 2001- που ζήτησα τη βοήθειά του με πόνο ψυχής,
ήταν απλώς, ένας καλός, ίσως, πλην, εντελώς πεθαμένος, γέρος δεσπότης.

Εδώ, γιατρέ μου, να ανοίξω μια παρένθεση και να εξηγήσω, ότι δεν υπάρχει ιστορικό ψυχασθένειας στην οικογένειά μου, ότι δεν μου έχουν χρειαστεί ποτέ χάπια, ότι έχω άριστες σχέσεις με τους συνεργάτες στη δουλειά, και τους γείτονες, οτι έχω φίλους που με αγαπάνε και ότι γενικά, αυτό που λέμε αλαφροίσκιωτη,ποτέ δεν υπήρξα.

Αν άκουγα απο κάπου καμιά μεταφυσική αναφορά περίεργη, περιγελούσα απο μέσα μου,τη νοσηρή φαντασία του θρησκειόπληκτου.

Απέξω μου, δεν έδειχνα, βέβαια μεγάλη αγένεια.

Άκουγα απλά, με επιφύλαξη, όπως οι ψυχίατροι που ακούνε τα μύρια, κουνώντας το κεφάλι τους, ευγενικά και μέ άπειρη-δήθεν-κατανόηση...

Εις πείσμα, όμως, όλων των προηγούμενων παραμέτρων, ο Ιωάννης ο Μαξιμόβιτς, παρότι πεθαμένος, ήταν πιο ζωντανός και πιο δυνατός απο την αφεντιά μου, και με προσέγγισε και με συγκίνησε με μια σειρά απο απίστευτες συμπτώσεις που μόνο απλές συμπτώσεις δεν ήταν.
Η μεταστροφή του συναισθήματος που επιτεύχθηκε μέσω αυτών, υπήρξε για μένα, εντυπωσιακή και απροσδόκητη...
.................

Λίγο καιρό, αφότου άρχισα να εξετάζω το ενδεχόμενο της γνήσιας αγιότητας του πεθαμένου ρώσου δεσπότη, συνέβη η ασθένεια της μητέρας μου.
Για ένα ολόκληρο μήνα σφάδαζε με ασταμάτητους πόνους.
Κανένα παυσίπονο δεν μπορούσε να την ανακουφίσει.
Ίσως έπρεπε να πάρει μορφίνες...
Ο πατέρας μου, είχε περιέλθει σε απελπισία.
Ισα που δεν έκλαιγε, καθώς μου διεκτραγωδούσε την κατάσταση τηλεφωνικά.
Κλείνοντας τη συνομιλία μαζί του, η ψυχή μου ήταν βαριά.
Σκεπτόμενη τους αφόρητους πόνους της μάνας μου, έπεσα στα πατώματα,μπροστά στις εικόνες μου, με δάκρυα ποτάμι και φώναξα αυθόρμητα αυτόν
(πώς μου ήρθε η μορφή του στη μνήμη;ήταν τα προηγηθέντα θαυμαστά σκηνικά που τα παραλείπω)
τον άγνωστο μέχρι χτες,για μένα,ταπεινότατο ρώσο επίσκοπο,του φώναξα να βοηθήσει τη μητέρα μου, και να της σταματήσει τους πόνους που την βασάνιζαν.

Ηταν βράδυ που έκανα αυτή την επώδυνη προσευχή.

Κοιμήθηκα έτοιμη για τα χειρότερα.

Την άλλη μέρα, χτύπησε το τηλέφωνο.

-Κόρη έγινε θαύμα! άκουσα την εκστατική φωνή του πατέρα μου.

-Η μάνα σου ξύπνησε σήμερα και είναι απολύτως καλά!

Δεν την πονάει τίποτα!

Πραγματικά, δεν πίστευα αυτό που άκουγα!

Καθυστέρησα λίγες μέρες μέχρι να το πιστέψω...

Η μητέρα μου, μετά απο έναν περίπου ατελείωτο μήνα νυχθήμερης οδύνης,μετά την επίκληση του Αγίου Ιωάννη του Μαξιμόβιτς, σηκώθηκε χωρίς κανένα πόνο!

Τις επόμενες μέρες, κάναμε την αξονική και το σπινθηρογράφημα και ενώ η αξονική και το σπινθηρογράφημα, όπως και οι ακτινογραφίες έδειχναν έναν άγριο καρκίνο στα κόκκαλα, εκείνη για πέντε επόμενα έτη ήταν όρθια, χωρίς κανένα πόνο, κανένα παυσίπονο και απολύτως λειτουργική σε όλα της!

Εζησε άλλα τρεισήμισι χρόνια-μετά απο συντριπτικό κάταγμα λεκάνης- κατάκοιτη, ειρηνική,χαρούμενη θα έλεγα, πλην όμως χωρίς πόνο...

Ετσι και παρέδωσε το φιλόσοφο πνεύμα της...

Το πιστεύεις;
Μέχρι και ο ορθολογιστής επιστήμονας ο άντρας μου, είπε ότι έγινε θαύμα μέγα

(όλοι κολυμπάμε στα θαύματα,αδιαλείπτως, απλά κάποια θαύματα, είναι ...θαυμασιότερα!)

Επειδή επικαλέστηκα το όνομα του Αγίου Ιωάννη και προέκυψε το λυτρωτικό αποτέλεσμα απροσδόκητα, και ανέλπιστα, γι αυτό, η ψυχή μου έχει την
ε σ ω τ ε ρ ι κ ή βεβαιότητα, ότι ο Άγιος Ιωάννης, ήταν εκείνος που τη βοήθησε...

Αυτή είναι η εμπειρία των απλών πιστών της Ορθόδοξης Εκκλησίας δια μέσου των αιώνων...

Αργότερα συνδέθηκα συναισθηματικά, με τον άγιο Ιωάννη, ακόμη περισσότερο,καθώς διάβασα το βίο του, καθώς είδα ότι αγαπούσε και αυτός πολύ τους δια Χριστόν Σαλούς και ότι είχε κι αυτός, για κολλητό,ένα περιστεράκι...

Οι Άγιοι, είναι τα μεγαλύτερα αδέρφια μας, αν θες, είναι οι πνευματικοί οδηγοί μας.

Προετοιμάζουν το δρόμο μας, για την εντός ημών Βασιλεία, θέλω να με πιστέψεις...

Τώρα, θα μου πεις , γιατρέ μου:

-Μανδάμ Σαλογραία! τι κάθεσαι και μας λές!
Γιατί να ασχολούνται οι Άγιοι μαζί μας;

-Είναι απλό.
Επειδή,σχεδόν- κατά το υπόδειγμα του απείρως Αγαπήσαντος ημάς- μέχρι θανάτου,μας αγαπάνε!
Και όταν αγαπάς κάποιον και σου ζητάει βοήθεια, τρέχεις-αν πρέπει, διότι πάντα υπάρχει και ένα μυστικό πρέπει που ρυθμίζει τα μύρια αιτήματα των ανθρώπων- και κάνεις για κείνον το καλύτερο.

Και η Αγάπη ζεί και πέρα απο τον τάφο, για όσους έχουν μετατρέψει την καρδιά τους,σε Ναό του Παναγίου Πνεύματος.

Η Αγάπη του Άναστημένου Χριστού και των Αγίων Του, είναι πιο δυνατή απο το θάνατο.

Μέχρι μυελού των οστέων της μάνας μου, αυτό,

το ψηλάφησα!

Σαλογραία
Αναρτήθηκε από Σαλογραια στις 6:07 μ.μ.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Archbishop John,Wonderworker of Shanghai and San Francisco

A Brief Life of Our Father Among the Saints
Archbishop John,Wonderworker of Shanghai and San Francisco

"This man, who appears weak is, in fact, a miracle of ascetic steadfastness and determination in our time of universal spiritual weakening."Metropolitan Anthony (Khrapovitsky)

"If you desire to see a living Saint, go to Bitol to Father John."Bishop Nicholas (Velimirovich)

Saint John was born on the 4th of June, 1896 on the country estate of his parents, descendants of nobility, Boris Ivanovich and Glaphira Mikhailovna Maximovitch in the little town of Adamovka in the Province of Kharkov. At Baptism he received his name in honor of Saint Michael the Archangel. His paternal ancestors were of Serbian extraction. One of his ancestors, Saint John, Metropolitan of Tobolsk, was an ascetic of holy life, a missionary, and a spiritual writer. Saint John of Tobolsk lived in the first half of the 18th century and was glorified in 1916. His glorification was the last celebrated during the reign of the Tsar Martyr Nicholas.

Saint John was an obedient child; his sister recalls that it was very easy for his parents to raise him. Ruminating about his future during his youth, he could not make a definite decision as to a career, being unsure as to whether he should dedicate himself to military or civil service. He only knew that his future life would be guided by an insuperable desire to stand up for the Truth, which was nurtured in him by his parents. He was inspired by the examples of those people who gave their lives for the Truth.

He commenced his education at the Poltava Military Academy which, Vladyka himself would later say, was dedicated to one of the glorious pages of the history of Russia. He was an exemplary student, but he disliked two subjects: gymnastics and dancing. He was well liked at the academy, but nevertheless felt he should choose a different path. This idea was especially furthered by contact with the well known religious instructor at the academy, Archpriest Sergei Chetverikov, author of books about Saint Paisius Velichkovsky and the Holy Optina Elders, and with the rector of the local seminary, Archimandrite Varlaam. The day of Michael Maximovitch's completion of the military academy coincided with that of Archbishop Anthony's (Khrapovitsky) investiture to the cathedra of the See of Kharkov. This renowned hierarch and theologian was the main advocate of the restoration of the patriarchate in Russia, subsequently the Metropolitan of Kiev and Galich, and finally the First Hierarch of the Russian Orthodox Church Abroad. Throughout his life this Archpastor inspired the church-oriented academic youth in all matters spiritual, thanks to his principal attribute - his sincere love for them. Having heard about young Michael Maximovitch, of whom many spoke in church circles, Archbishop Anthony desired to meet him. It was in Kharkov that Archbishop Anthony became Saint John's spiritual guide. This relationship continued throughout Archbishop Anthony's whole life.

In Kharkov Michael entered Law School, which he completed in 1918, and served for a while in the Kharkov court during the days when the Ukraine was ruled by the Cossack leader, (Hetman) Skoropatsky. But the heart of the future hierarch was far from this world. When not studying, he spent all of his free time at the university reading spiritual literature, especially favoring the lives of the saints. While studying the worldly sciences, said the Saint during his election to the episcopacy, I delved all the more into the study of the Science of sciences, into the study of the spiritual life. Visiting the monastery in which Archbishop Anthony lived, Michael had the opportunity to pray at the tomb of an ascetic of the first half of the 18th century, Archbishop Meletius Leontievich, a deeply revered but not yet glorified righteous one. The soul of the young saint was pierced by a thirst to obtain the true goal and path of life in Christ.

A great impression was made upon Michael by Bishop Varnava (subsequently the Patriarch of Serbia) during his visit to Kharkov. The young Serbian bishop, who was warmly greeted by Archbishop Anthony, related to him the suffering of the Serbian people under the Turkish Yoke. This was in January 1917, before the revolution, when the Serbs, who were battling against Germany, Austria and Turkey, had almost no territory which was free of enemy occupation. Through the inspiration of Archbishop Anthony the response of the Russian people in support of the Serbs was unanimous. In this example, Michael recognized the universal significance of the Church and the duty of a bishop to respond to the needs of all Orthodox people. In turn, Bishop Varnava, upon becoming Patriarch, was particularly hospitable and helpful to the hierarchy of the Russian Orthodox Church Abroad.

The Russian Revolution forced the Maximovitch family to flee their homeland and evacuate to Yugoslavia, where Michael was able to begin his theological studies at the University of Saint Sava which he later completed in 1925. During his last year, Michael was tonsured a reader in Belgrade by Metropolitan Anthony, who also in 1926 tonsured him a monk in the Milkovo Monastery giving him the name John in honor of his distant relative, the recently glorified Saint John of Tobolsk. Shortly thereafter he was ordained hierodeacon. On the Feast of the Entry of the Most Holy Theotokos into the Temple, the.young monastic became a hieromonk. During these years he was a religious instructor at the Serbian State High School, and in 1929 he became an instructor in the Serbian Seminary of the Holy Apostle John the Theologian in the city of Bitol - part of the Ochrid Diocese.

In Bitol, Saint John won the love of his students and it was here that his spiritual struggles became known to those around him. Saint John prayed continually, served the Divine Liturgy daily, or attended Liturgy and partook of Christ's Holy Mysteries, fasted strictly and usually ate once a day late in the evening. With fatherly love the Saint instilled in the seminary students high spiritual ideals. They were the first to discover his great ascetic podvig noticing that the Saint never lay down to sleep, and when he did doze off, it was only from utter exhaustion and often during a prostration in the corner under the icons. Bishop Nicholas (Velimirovich) valued and loved the young hieromonk John. Upon leaving the seminary once, he turned to a small group of seminarians and said, Children, listen to Fr. John. He is an Angel of God in the image of a man. The seminarians themselves were convinced that Saint John truly lived an angelic life.

His patience and humility were similar to the patience and humility of the great ascetic and desert dwellers. He relived the events of the Holy Gospel as if they were taking place before his eyes. He always knew the chapter where to find an event and, when needed, could always quote a given verse. He knew the character and details of every student, so that at any moment he could assess what a student knew or did not know. Saint John had a special gift of God: an unusually good memory. Consequently, such assessments of his students could be made without referring to any previous records or notes. Mutual love bound Saint John and the seminarians together. For them he was the incarnation of all of the Christian virtues. They did not see any shortcomings in him, not even in his speech (Saint John had a slight stammer). There was no problem, personal or social, which he could not solve quickly. There was not a question for which he could not find an answer. His answer was always concise, clear, complete, and exhaustive because he was truly an educated man. His education, his wisdom, was based on the most stable foundation, the Fear of God. The Saint prayed zealously for his seminarians. Each night he would make his rounds, checking everyone; adjusting one's pillow, another's blanket. Upon leaving the room he blessed the slumberer with the sign of the cross.

During the first week of Great Lent, Saint John ate nothing more than one prosphora a day, the same during Passion Week. When Great Saturday came his body was completely exhausted. But on the Day of the Holy Resurrection of the Lord he was revived, his strength returned. At Paschal Matins he triumphantly exclaimed, Christ is Risen! as if Christ resurrected specifically on that holy night. His face shone. The Paschal joy which the Saint radiated was imparted to everyone in the church. Anyone who was ever in church with Saint John on Pascha experienced this.

In 1934 the Synod of Bishops of the Russian Orthodox Church Abroad decided to elevate Saint John to the rank of bishop and assign him to Shanghai as vicar bishop of the Diocese of China. As for Saint John himself, nothing could have been further from his mind, which is obvious from an account of one of his acquaintances from Yugoslavia. Once, when meeting him on the tramway she asked him what had brought him to Belgrade. He answered that he came to Belgrade because he had mistakenly received a notice in place of another hieromonk John, who was to be made a bishop. When she saw him again the next day, he told her that the mistake was worse than he had expected, because it turned out that they had decided to consecrate him a bishop. When he objected, pointing out his stammer, he was told that the Prophet Moses had the same difficulty. The consecration took place on the 28th of May, 1934. Saint John was the last bishop to be consecrated by Metropolitan Anthony.

The young bishop arrived in Shanghai from Serbia on November 21, 1935, the Feast of the Entry of the Most Holy Theotokos into the Temple. Many people had gathered on the dock to meet their new archpastor, who wholeheartedly undertook his responsibilities and soon became an established figure in the city of Shanghai. The completion of a large cathedral, as well as the resolution of an existing jurisdictional conflict awaited him. Saint John quickly quelled this conflict and, in time, established relations with the Serbs, Greeks, and Ukrainians in his diocese. The Saint completed the construction of the huge cathedral in honor of the Icon of the Mother of God Surety of Sinners and a three story house with a bell tower. He dedicated special attention to the spiritual education of the children. He personally taught the Law of God to the upper classes of the Commercial Institute and always attended the examinations for the religious courses in all of the schools of Shanghai. He was the inspirer and leader in the construction of churches, a hospital, an asylum for the mentally ill, an orphanage, a home for the elderly, a community dining hall - in short, all of the social undertakings of Russian Shanghai. The Saint was one with his flock. He participated directly in the work of virtually all emigrant organizations.

However, while participating actively in such an array of worldly affairs, he was foreign to the world. From the first day of his arrival in Shanghai, the Saint, as before, served Divine Liturgy daily. No matter where he was, he was always present at Divine Services. Once, as a result of his continual standing, the Saint's foot was severely swollen and a group of physicians, fearing gangrene, prescribed immediate hospitalization. The Saint refused. Upon this, the Russian doctors informed the Parish Council, that they could not take any responsibility for the health and even the life of the patient. The members of the Parish Council, after extended requests and even threats to forcefully hospitalize him, compelled the Saint to agree, and he was sent to the hospital. That evening however, he left the hospital on his own and at six o'clock was serving the All Night Vigil as usual.

He performed all of the daily services completely and unabridged, so that, at Compline, five or more canons would be read, so as to honor all of the Saints. The Saint did not allow unnecessary conversations in the sanctuary and personally made sure that the servers behaved as they should, compiling for them a rule of conduct, to which he strictly, yet affectionately, constrained adherence. After Liturgy Saint John remained in the sanctuary two or three hours, concerning which he once commented, How difficult it is to tear oneself from prayer and return to worldly affairs. At night he remained vigilant as opposed to sleeping. He never went visiting specifically, instead, he would appear unexpectedly to those in need, in any weather and at the most unusual hours. Daily he visited the sick with the Holy Gifts. Often he was seen, at some late hour, in inclement weather, walking on the streets of Shanghai with his bishop's staff in hand and his rassa blowing in the wind. When asked where he was headed in such weather, the Saint would reply, Not too far away, I need to visit so-and-so, and when they escorted him to that place the not too far away was frequently two or three kilometers.

While concerning oneself with the salvation of men's souls, said the Saint, one needs to remember that people also have bodily needs which clamorously declare their presence. One cannot preach the Gospel without manifesting love in one's deeds. One of Saint John's manifestations of such love was the founding of the Orphanage of Saint Tikhon of Zadonsk for orphans and children of needy parents. He called together some women and, with their help, began with eight little children and organized an orphanage which gave refuge to many hundreds of children in its fifteen-year existence in Shanghai. Vladyka himself gathered sickly and hungry children from the streets and from the dark alleys of Shanghai. Once he brought in a little girl to the orphanage, having bought her from a chinaman for a bottle of vodka.

The parishioners of the Shanghai diocese had deep feelings of love and respect for their archpastor, as is evident from the following excerpts from a letter written by them to Metropolitan Meletius in 1943:

We, worldly people, laymen, cannot touch his (Saint John's) breadth of knowledge of theology, his erudition, his homilies, deeply penetrated with apostolic faith, pronounced almost daily and often printed. We, the people of Shanghai, will speak about what we see and feel in our multi-racial city from the day of arrival of our Bishop, that which we see with our sinful eyes and that which we feel with our Christian heart.

From the day of his arrival: the sorrowful phenomenon of the division of churches has ceased; the Orphanage of Saint Tikhon of Zadonsk, which currently feeds, clothes, and educates 200 children was built from nothing; gradually the conditions of the alms house in the name of Saint Philaret the Merciful have improved; the sick in all Shanghai hospitals are visited by priests, are administered the Holy Mysteries on a timely basis and, in the event of death, even the homeless are buried with a proper funeral; the mentally ill, who are located in a hospital far from the city, are visited by him personally; those incarcerated in the prisons of the Settlement and the French Concession have the opportunity to pray in the place of their imprisonment during the Divine Liturgy and to receive Holy Communion monthly. He directs serious attention to the upbringing and education of the youth in a strict Orthodox and nationalistic spirit. In many of the non-Russian schools our children are now taught the Law of God. During all of the difficult moments in the life of our community we see him, leading the way, defending us and our age-old Russian moral principles to the end. All of the sectarian organizations and heterodox confessions now understand that to combat such a pillar of the Orthodox Faith is very difficult. Our Bishop tirelessly visits the churches, hospitals, schools, prisons, civil and military organizations, always bringing with him reassurance and faith. From the day of his arrival not one infirm person has been left without his prayer and personal visit. By the prayers of our Luminary many have received relief and health. He, like a torch, illuminates our sinfulness, like a pealing bell awakens our conscience, and calls our souls to the Christian struggle, calls to us, as the Good Pastor, so that for a minute we might be diverted from the earth, from worldly corruption, and lift up our eyes to heaven, from whence our help comes. He is the one, according to the words of Apostle Paul, who is an example: in word, in life, in charity, in spirit, in faith, in purity. (I Tim. 4:12).

His flock was not mistaken in giving such a great assessment of the work of its pastor. People truly felt in him a readiness to lay down his life for the flock. During the Japanese occupation, when two presidents of the Russian Emigration Committee were killed in succession and fear gripped the Russian colony, Saint John, despite the undoubted danger to himself, declared himself the temporary head of the Russian colony.

After the repose of Metropolitan Meletius and the end of the war in 1945, increased pressure was put upon the Russian emigrant clergy by the Moscow Patriarchate, with the aim of subordinating them to the new Moscow Patriarch Alexei I. He was the successor to Patriarch Sergius who, in 1927, promulgated the declaration committing the Church to cooperation with the Soviet authorities. In the Far East almost all of the hierarchs subordinated themselves to the newly chosen Patriarch. Saint John, having denied such subordination, was exposed to extremely great pressure and threats from his ruling bishop, Archbishop Victor. The Saint's response to these threats was simple: I am subject to the Synod Abroad and I shall walk on the path that it directs for me.

After a long delay caused by the war, an order arrived from the Synod of Bishops elevating Bishop John to Archbishop with direct submission to the Synod. The Chinese National Government and the city authorities acknowledged Archbishop John as the sole head of the Russian Orthodox Church in China.

The miracle-working power and clairvoyance of Saint John were well known in Shanghai. Once, during Bright Week, Saint John came to the Jewish hospital to visit the Orthodox patients there. Passing through one ward, he stopped in front of a screen, concealing the bed upon which an elderly Jewish woman lay dying. Her family members were awaiting her death nearby. The Saint raised a cross above the screen and loudly proclaimed: Christ is Risen! upon which the dying woman regained consciousness and asked for water. The Saint approached the nurse and said, the patient wants to drink. The medical staff was stunned by the change which had taken place in one who only moments earlier was dying. Soon the woman recovered and was discharged from the hospital. Such incidents were numerous.

It so happened that Saint John was urgently called to administer Holy Communion to a dying man in the hospital. Having taken the Holy Gifts, the Saint headed there with another clergyman. When they arrived they saw a young man, about 20 years of age, playing on a harmonica. He had already recovered and was to leave the hospital shortly. The Saint called him over saying, I want to give you Holy Communion right now. The young man immediately came up to him, confessed, and received Holy Communion. The amazed clergyman asked Saint John why he did not go to the one dying, but detained himself with an obviously healthy young man. The Saint answered simply, He will die tonight, but the other, who is seriously ill, will live yet many years. That is precisely what came to pass. The Lord manifested similar miracles in Europe and America through His Saint.

At the end of the 1940's as the communists came to power, Russians in China were forced to flee again, most via the Philippine Islands. In 1949 almost 5000 refugees from China were located in a camp of the International Refugee Organization on the island of Tubabao. They lived there in tents under the most primitive circumstances. All of the children of the orphanage were brought there, as were the elderly and infirm. They lived under the continual threat of fierce hurricanes, since the island is located in the path of seasonal typhoons which pass through that part of the Pacific Ocean. During the twenty-seven-month existence of the Russian encampment, only once was the island threatened by a typhoon, which, however, changed its course and passed around the island. Every night Saint John would walk around the entire camp blessing it with the sign of the Cross on all four sides. Later, when the people had departed for various countries and the camp had been almost completely evacuated, a fierce typhoon swept over the camp and leveled it to the ground.

More than once Saint John had to appear before representatives of civil authority so intercede for the needs of the Russian refugees. It was recommended to Saint John that he personally petition in Washington D.C., so that those in the camp could come to America. He flew to Washington and, contrary to all human obstacles, succeeded in having immigration laws changed and the exodus of his flock was realized.

In 1951 Saint John was assigned to oversee the Western European Diocese. At first he administered the diocese from Paris and later from Brussels. He continually traveled throughout Europe serving Divine Liturgy in French and Dutch, and, as before, in Greek, Chinese, and, later, in English. The following was written about him in Paris: He lives outside of our plane (of existence). It is no accident that in one of the Catholic churches a priest said, addressing the youth: 'You require proof. You say that there are no more miracles, no saints. Why do you need theoretical proof, when a living Saint walks the streets of Paris, Saint Jean Pieds' (Saint John the Barefoot)!

While in Europe, Saint John collected information on a number of ancient Saints venerated in the West, but forgotten in the East. Upon his recommendation their veneration was restored and their names recorded in the Church calendar.

Saint John's spirituality, his knowledge of languages, and, most of all, his example, attracted many French, Dutch and other Europeans to Orthodoxy. Such was the missionary significance of his stay in Europe.

In the Fall of 1962 Saint John arrived in his last Diocesan See and again, just as many years ago in his first Diocese, on the Feast of the Entry of the Most Holy Theotokos into the Temple. At first he came to assist the aging and infirm elder, Archbishop Tikhon and after his repose (March 17, 1963 o.s.) Saint John became ruling Archbishop of Western America and San Francisco. Again the Saint arrived to find an unfinished church, dedicated to the memory of the Mother of God, and once again, as in China, the Church was torn by discord.

Saint John's first priority was to resume and complete the construction of the new Diocesan Cathedral of the Most-Holy Theotokos Joy of All Who Sorrow, which had been entirely halted due to a lack of funds and sharp disputes as to the solution of the financial dilemma paralyzing the church community. The Lord mercifully helped His Saint in this, who was suffering greatly as a result of this discord, yet continued both by prayer and by tirelessly overseeing the construction, to inspire everyone to sacrifice and work.

St John had to endure much at the time, even the necessity of appearing in an American civil court. The last years of his life were full of the bitterness of slander and persecution. Sometimes Saint John aroused envy, unfavorable criticisms, or bewilderment in people, when he dealt with them strictly adhering to church rules. At that time someone asked who was responsible for the division in the Church. The Saint answered simply: the devil.

In 1964, construction of the largest church of the Russian Church Abroad in America, adorned with five golden domes, was essentially complete. The elevation of the magnificent crosses, the grandeur of which is visible when sailing in the San Francisco Bay, was proceeded by a solemn procession (over a mile) with masses of people participating. The procession was almost canceled due to heavy rains, but the Saint, without any hesitation, led the procession with hymns into the drenched streets of the City. As the procession began the rain stopped. The crosses were blessed in front of the new cathedral and when the main cross was elevated, the sun broke through and a dove lighted upon the brightly shining symbol of Christ. This visible triumph of the elevating of Orthodox crosses, symbols of Christ's victory, shining on the hills of a contemporary Babylon where satanism has been openly professed, was the crowning victory of the life of the Saint on earth.

While accompanying the Wonder-working Kursk-Root Icon of the Most Holy Theotokos to Seattle, Saint John, having served Divine Liturgy there in the Saint Nicholas Cathedral, remained in the altar for three hours. It was the 19th of June (o.s.) 1966. Then, having visited some of his spiritual children who lived near the cathedral with the Wonder-working Icon, he proceeded to a room in the church house where he was staying. Suddenly, those accompanying the Archpastor heard the sound of someone falling to the floor. When they ran up the stairs they discovered him lying on the floor and already departing this world. They sat him up in an armchair before the Wonderworking Icon and the Saint peacefully reposed in the Lord. At that moment, his extraordinarily difficult struggle of depriving himself of rest and sleep ceased. They laid him on a bed that was in the room, a blessed berth, giving him rest and sleep after 40 years of abstinence. Sleep now in peace! cried Archbishop Averky of Syracuse and Holy Trinity, who zealously loved him. In the conclusion of his homily during the funeral he said: Sleep now in peace, O our dear, beloved Vladyka. Rest from your righteous works and struggles. Rest in peace until the General Resurrection. The solemn funeral of Saint John took place on June 24, 1966(o.s.) in the Cathedral of the Most-Holy Theotokos, the Joy of All Who Sorrow, in the city of San Francisco. The funeral began at 6:00 p.m. and finished after 1:00 a.m., as a result of the multitude of people, who came to bid farewell to their reposed archpastor. Metropolitan Philaret officiated at the funeral in concelebration with Archbishops Leonty and Averky, Bishops Sava and Nektary and a multitude of clergy.

The air of the funeral was strikingly poignant and exaltedly prayerful. None of its participants shall ever forget it. Despite the deep sorrow of the countless admirers of Saint John, a kind of special joy predominated, enveloping all of the faithful.

The body of Saint John remained in an open casket in the cathedral for five days and, despite the hot summer weather, was untouched by even the slightest hint of corruption or stiffness. His hands were soft and pliant. And all of this, despite the fact that nothing whatsoever, was done to his body at the mortuary.

The words of Bishop Ignaty (Brianchaninov) in his work, Thoughts about Death, involuntarily come to mind: Have you ever seen the body of a righteous one, which has been abandoned by the soul? There is no smell of corruption. It is not frightening to be near it. During his burial sorrow is mixed with a kind of intangible joy. All of this, according to the words of the ever memorable Bishop Ignaty, is a sure sign that the reposed one has obtained mercy and Grace from the Lord.

After his blessed repose, just as during his life, Saint John continues to perform various miracles and healings for those who turn to him with faith. People, during difficult moments in their lives, when no earthly power is capable of helping, have beseeched his intercession before the Lord. Letters, as well as prayer lists, have been placed under the miter on the tomb of the Saint and many have received the help for which they had hoped.

In the fall of the 1993 the Synod of Bishops charged the Archbishop of Western America and San Francisco, together with a commission comprised of two other archpastors, to examine Saint John's remains. In the evening of September 28, 1993 (o.s.), after a panakhida served in the sepulcher by members of the commission, Archbishop Anthony gave a brief homily, calling all participants of this holy work to be reconciled and himself asking forgiveness of everyone, blessed those present to open the tomb. Having removed the lid of the sarcophagus, the participants withdrew the metal coffin of the Saint and noticed that in many places it had completely rusted through. With the fear of God and with prayer, they opened the coffin. The face of the Saint was covered and everyone immediately turned their attention to his white, incorrupt hands. Having prayed, Archbishop Anthony removed the aer from the brow of Vladyka and exposed the incorrupt face of the God-glorified Saint. At this moment a kind of supernatural spiritual peace, an extraordinary reverent silence was felt. No one was amazed, no one spoke. All problems seemed to vanish, such was the Grace-filled experience of standing beside the Saint's relics.

At the next meeting of the Synod of Bishops, Archbishop Anthony reported that the honorable relics of Saint John were examined by the Synodal Commission comprised of himself, Archbishop Laurus of Syracuse and Holy Trinity, Bishop Kyrill of Seattle and twelve other persons chosen by the diocesan bishop. Having heard Archbishop Anthony's report and the Report of the Commission for the examination of the relics of Saint John, the Synod of Bishops blessed the continuation of the efforts in preparation of the Glorification of Saint John, which was scheduled for June 19 (o.s.), the day of his blessed repose.

In these frightening days of general apostasy from God, the Lord has not abandoned his people and has sent them a great intercessor. Standing before the throne of God is a courageous defender of the Church of Christ; a struggler and ascetic according to the tradition of the stylites who took upon themselves the strictest form of self-mortification and, at times, taking upon themselves foolishness for Christ's sake, which exceeds the wisdom of this world; a good and loving pastor who laid down his life for his sheep; a teacher and nurturer of Orthodox youth; a miracle-worker and unmercenary healer; an apostle and missionary; a deep theologian; a beholder of mysteries and a hierarch of universal significance, who unwaveringly followed that which he had promised before God and men in his testimony read during his election to the episcopacy: What greater benefit can one bring to one's neighbor, other than to prepare him for eternal life…

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γεννημένος το 1896 στο χωριό Αδάμοβχα της επαρχίας Χάρκωφ, ο μακάριος ιεράρχης Ιωάννης ανήκε στην ευγενή οικογένεια των Μαξίμοβιτς. Βαπτίσθηκε με το όνομα Μιχαήλ, ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση στη στρατιωτική σχολή της Πολτάβας και εν συνεχεία σπούδασε Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο του Χάρχωφ. Η επανάσταση και η κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας που ακολούθησε, τον έπεισε για το πρόσκαιρο των επίγειων πραγμάτων, και το ανίσχυρο των ανθρώπινων δυνάμεων, οπότε και έλαβε την απόφαση να απαρνηθεί τη ματαιότητα του κόσμου για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του Θεού. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1921), η οικογένειά του κατέφυγε στο Βελιγράδι, όπου ολοκλήρωσε τις θεολογικές σπουδές του.

Εισήλθε στη Μονή του Μίλκοβο, όπου έζησε σε μια κοινότητα είκοσι Ρώσων και Σέρβων μοναχών, που τηρούσαν στην εντέλεια τις αρχές της μοναχικής πολιτείας. Το 1926 εκάρη μοναχός από τον μητροπολίτη Αντώνιο Κραποβίτσκυ (1863-1936), έναν από τους λαμπρότερους Ρώσους ιεράρχες, που είχαν κατορθώσει να γλιτώσουν από την επαναστατική θύελλα. Παίρνοντας το όνομα του αγίου συγγενή του Ιωάννη του Τομπόλσκ, oρίσθηκε σύντομα επιτηρητής και καθηγητής στο σερβικό ιεροδιδασκαλείο της Μπίτολα, όπου άσκησε μεγάλη επίδραση στους μαθητές του με την ασκητική βιοτή του και την πατρική φροντίδα του. Μετά την επιθεώρηση των κοιτώνων, περνούσε τη νύχτα προσευχόμενος, και δεν έδινε ανάπαυση στον εαυτό του παρά μια δυο ώρες, γονατιστός μπροστά στις εικόνες. Ο ίδιος αναγνώρισε αργότερα ότι από τη μοναχική του κουρά και ύστερα δεν πλάγιασε ποτέ να κοιμηθεί. Έτρωγε μία φορά την ημέρα, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, και κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή τρεφόταν μόνον με πρόσφορα, περνώντας την πρώτη και τελευταία εβδομάδα εν πλήρη ασιτία. Από την Πέμπτη προετοιμαζόταν για τη Λειτουργία της Κυριακής, χωρίς να τρώει σχεδόν τίποτε. Όταν διάβαζε τις ευχές, έδειχνε να μιλάει στον Χριστό και στους παρόντες αγίους, και εξερχόταν του ιερού με την όψη του να λάμπει. Ο άγιος επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ο οποίος ήταν στην κεφαλή της επισκοπής, τον επισκεπτόταν συχνά και έλεγε: «Είναι άγγελος του Θεού με όψη ανθρώπου». Διατηρούσε επίσης θερμές σχέσεις με έναν άλλον άγιο της εποχής μας, τον πατέρα Ιουστίνο Πόποβιτς, συνάδελφό του στο ιεροδιδασκαλείο.

Το 1934 χειροτονήθηκε επίσκοπος, παρά τους δισταγμούς του, και στάλθηκε στη Σαγκάη, όπου ανάλωσε τις δυνάμεις του στη στήριξη και παρηγορία των πολλών Ρώσων προσφύγων. Άρχισε με τη συμφιλίωση των Ορθοδόξων των διαφορετικών εθνοτήτων, τους οποίους χώριζαν έριδες περί δικαιοδοσίας, και οργάνωσε την αρωγή στους φτωχούς. Με κάθε καιρό έτρεχε ο ίδιος μέσα στους δρόμους για να μαζέψει τα άρρωστα και ορφανά παιδιά, ρωσόπουλα ή κινεζόπουλα. Το ορφανοτροφείο που ίδρυσε υπό την προστασία του αγίου Τύχωνος Ζαντόνσκ, άρχισε με οχτώ παιδιά και κατέληξε να στεγάζει 3.500, όταν η έλευση των κομμουνιστών ανάγκασε την κοινότητα να καταφύγει πρώτα σε ένα νησί των Φιλιππίνων και κατόπιν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παρά τα ποιμαντορικά του καθήκοντα, ο Άγιος Ιωάννης συνέχισε, και μάλιστα επέκτεινε την ασκητική πολιτεία του, τελούσε δε τη Θεία Λειτουργία καθημερινά. Έχοντας προσβληθεί από έλκη στα σκέλη, αρνιόταν να χειρουργηθεί, και όταν τελικά ενέδωσε στις πιέσεις των ενοριτών, το ίδιο το βράδυ της επέμβασης βρισκόταν στην εκκλησία για να τελέσει την Aγρυπνία της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Αρκούνταν στα πιο ταπεινά ενδύματα, φορούσε μόνο ελαφριά σανδάλια που συχνά τα έδινε σε κάποιον φτωχό, και λειτουργούσε ανυπόδητος προς μεγάλο σκανδαλισμό ορισμένων. Επεκτεινόμενος έτσι προς τον Θεό δια της ασκήσεως, με την ίδια αυστηρότητα των παλαιών Πατέρων, είχε λάβει από τον Θεό το δώρο της διορατικότητος, που το χρησιμοποιούσε με διάκριση για τη σωτηρία και οικοδομή των ψυχών. Περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας επισκεπτόμενος αρρώστους, προσκομίζοντας σε αυτούς τη Θεία Κοινωνία και παρηγορώντας τους με την παρουσία του Θεού, και δεν περιφρονούσε ούτε τους φυλακισμένους ούτε τους ψυχασθενείς, οι οποίοι τον υποδέχονταν με γαλήνη και χαρά, ακούγοντας προσεκτικά τις ομιλίες του.

Κατά την ιαπωνική κατοχή, ενώ η ρωσική κοινότητα της Σαγκάης βρισκόταν υπό συνεχή απειλή, ο θαρραλέος ιεράρχης ανέλαβε με κίνδυνο της ζωής του τη διοίκησή της, ενώ συνέχισε να επισκέπτεται το ποίμνιό του ακόμη και μέσα στη νύχτα, στις πιο επικίνδυνες συνοικίες. Με την έλευση των κομμουνιστών το 1949, οι Ρώσοι πρόσφυγες, πέντε χιλιάδες τον αριθμό, εκτοπίστηκαν σε ένα νησί των Φιλιππίνων που το έπλητταν συχνά τυφώνες. Προστατευμένο όμως από τις προσευχές του ποιμένα του, το προσφυγικό στρατόπεδο έμεινε απρόσβλητο κατά τους είκοσι επτά μήνες της διαμονής τους εκεί. Λίγο μετά την αναχώρηση της πλειονότητας των προσφύγων, ένας τρομερός τυφώνας κατέστρεψε oλοσχερώς το στρατόπεδο.

Έχοντας εξασφαλίσει από τις Αρχές της Ουάσιγκτον την άδεια μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες για το ποίμνιό του, ο ακούραστος ποιμένας, ζώντας πάντα μέσα στη μεγαλύτερη ένδεια, φρόντισε για την εγκατάσταση του ποιμνίου του. Έπειτα από δύο χρόνια ορίστηκε το 1951 αρχιεπίσκοπος της εν Υπερορία Ρωσικής Εκκλησίας για τη Δυτική Ευρώπη. Έχοντας αρχικά την έδρα τον στο Παρίσι, διέμενε αργότερα στις Βρυξέλλες. Ένα από τα βασικά του μελήματα ήταν να εργαστεί για τη συμφιλίωση των Ρώσων Ορθοδόξων που ήσαν διαιρεμένοι σε τρεις δικαιοδοσίες. Δεν περιοριζόταν όμως στις ποιμαντικές ανάγκες των Ρώσων μεταναστών, αλλά έδειχνε έντονο ενδιαφέρον και για την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας στη Δύση, και εκδήλωνε βαθιά ευλάβεια για τους προ του Σχίσματος αγίους της Δύσης, τη λειτουργική μνήμη των όποίων προσπάθησε να επαναφέρει στην Ευρώπη, όπως και στην Κίνα, και εν συνεχεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο άγιος συνέχιζε να ρυθμίζει τη ζωή του σύμφωνα με τον θείο Νόμο, δίχως να λογαριάζει τις κοινωνικές συμβάσεις, γεγονός που επέσυρε πάνω του την κριτική των μεν, ενώ οι δε έβλεπαν με θαυμασμό στο πρόσωπό του έναν δια Χριστόν σαλό της εποχής μας.

Μια ημέρα ένας Ρωμαιοκαθολικός ιερέας, θέλοντας να βεβαιώσει τους πιστούς του ότι η αγιότητα δεν ήταν επ’ ουδενί ένα πράγμα του παρελθόντος, φώναξε στην ομιλία του: «Να που στους δρόμους του Παρισιού κυκλοφορεί σήμερα ένας άγιος Ιωάννης ο Aνυπόδητος!». Χωρίς να απαρνηθεί τίποτε από την ασκητική πολιτεία του, διάβαζε όλες τις εκκλησιαστικές Ακολουθίες, κατά την ορισμένη ώρα, ακόμη και στις αποβάθρες ενός σταθμού, και τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία, μνημονεύοντας χιλιάδες ονόματα πνευματικών του τέκνων. Επανειλημμένως πιστοί τον είδαν ανυψωμένο από τη γη, και περιβαλλόμενο από φως. Συνήθιζε να λέει: «Η πολλή δουλειά δεν μου επιτρέπει να μην προσεύχομαι», συνοψίζοντας έτσι τον τρόπο με τον οποίο συνέδεε την ασκητική πολιτεία του με το ποιμαντορικό του έργο.

Το 1962 εστάλη επειγόντως στο Σαν Φρανσίσκο για να αποκαταστήσει την ειρήνη στους κόλπους της Ρωσικής κοινότητας, που είχε διαιρεθεί γύρω από το ζήτημα της ανέγερσης Καθεδρικού Ναού. Υπομένοντας αγόγγυστα τις συκοφαντίες, δίχως ποτέ να κρίνει τον άλλο ή να χάνει την εσωτερική ειρήνη του, δέχτηκε ακόμη και να εμφανισθεί, αντίθετα με τους ιερούς Κανόνες, στο αστικό δικαστήριο για να απαντήσει στις κατηγορίες για υπεξαίρεση πόρων που του απέδιδαν. Ήταν μεν αυστηρός σε ό,τι αφορούσε το ήθος των πιστών του και τη διατήρηση της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αλλά μοίραζε αφειδώς την αγάπη του Θεού σε όλους εκείνους που προσέτρεχαν σ’ αυτόν, δείχνοντας πάντα μια πρόσχαρη φροντίδα για τα παιδιά. Έχοντας προβλέψει πολύ πριν την ημέρα της εκδημίας του, εκοιμήθη εν ειρήνη στις 19 Ιουνίου του 1966, στο Σηάτλ, αφού τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και προσευχήθηκε επί τρεις ώρες στο Ιερό.

Η κηδεία του στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο υπήρξε ένας θρίαμβος της συμφιλιωμένης Ορθοδοξίας, ενώ μεταξύ των χιλιάδων πιστών που επί έξι ημέρες προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμά του, πολλοί ήσαν εκείνοι που παρατήρησαν ότι δεν εμφάνιζε ίχνος φθοράς, και ότι ανέδιδε εξαίσια ευωδία. Έκτοτε, ο μακάριος ιεράρχης έδωσε πολλές φορές μαρτυρία για την ουράνια αρωγή του προς τους πιστούς κάθε δικαιοδοσίας, που τον επικαλούνταν.

ΠΗΓΗ
Συναξαριστής των εκδόσεων Ίνδικτος.

«Ο Άνθρωπος του Θεού – Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς» - Τhe man of God, St. John Maximowitch

Σύντομη βιογραφία του εν Αγίοις πατρός

Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, του Θαυματουργού,

της Σαγκάης και του Σαν Φρανσίσκο.

Εκδόσεις «ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ» Αθήνα 2008

«Αυτός ο άνθρωπος, πού φαίνεται αδύναμος,

στην πραγματικότητα είναι ένα θαύμα ασκητικής σταθερότητας

και αποφασιστικότητας στην εποχή μας

της γενικής πνευματικής εξασθένησης».

Μητροπολίτης Αντώνιος Κραποβίτσκι

«Αν θερμά επιθυμείς να δεις ένα ζωντανό Άγιο,

πήγαινε στο Μπίτολ στον πατέρα Ιωάννη».

Επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896, στο εξοχικό κτήμα των γονιών του, πού ήταν απόγο­νοι ευγενών, του Μπόρις Ιβάνοβιτς και της Γκλαφίρα Μιχαϊλόβα Μαξίμοβιτς, στη μικρή πόλη Ανταμόβκα της επαρ­χίας του Κάρκοφ. Στο βάπτισμα έλαβε το όνομα του προς τι­μήν του Αγίου Μιχαήλ του Αρχαγγέλου. Οι προγονοί του, από την πλευρά του πατέρα του, ήταν σερβικής καταγωγής. Ένας από τους προγόνους του, ο Άγιος Ιωάννης, Μητροπολίτης του Τομπόλσκ, ήταν ένας ασκητής με άγια ζωή, ένας ιεραπόστολος κι ένας πνευματικός συγγραφέας. Ο Άγιος Ιωάννης του Τομπόλσκ έζησε στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα και ανακηρύχθηκε Άγιος το 1916. Η αγιοποίηση του ήταν η τελευταία πού εορτάστηκε πανηγυρικά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του τσάρου-μάρτυρα Νικολάου.

Ο Άγιος Ιωάννης ήταν ένα υπάκουο παιδί. Η αδελφή του θυμάται ότι ήταν πολύ εύκολο για τους γονείς του να τον αναθρέψουν. Προβληματιζόμενος για το μέλλον του, κατά τη διάρκεια των νεανικών του χρόνων, δεν μπορούσε να πά­ρει μία οριστική απόφαση, ως προς ένα επάγγελμα, καθώς ήταν αβέβαιος για το αν θα έπρεπε να αφιερώσει τον εαυτό του στη στρατιωτική ή στη δημόσια υπηρεσία. Ήξερε μόνο ότι τη ζωή του στο μέλλον θα καθοδηγούσε μία ακατανίκητη επιθυμία να υποστηρίξει την Αλήθεια, πού καλλιεργήθηκε μέσα του από τους γονείς του. Εμπνεόταν από τα παραδείγματα εκείνων των ανθρώπων πού έδωσαν τη ζωή τους για την Αλήθεια.

Άρχισε την εκπαίδευση του στη Στρατιωτική Ακαδημία της Πολτάβα, για την οποία ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος θα έλεγε αργότερα, ότι «ήταν συνδεδεμένη με μία από τις ένδο­ξες σελίδες της ιστορίας της Ρωσίας». Ήταν ένας υποδειγματικός φοιτητής, όμως αντιπαθούσε δύο μαθήματα: τη γυ­μναστική και τον χορό. Ήταν συμπαθής στην Ακαδημία, όμως παρ' όλα αυτά ένιωσε ότι έπρεπε να διαλέξει ένα διαφορετικό δρόμο. Η ιδέα αυτή καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα από την επαφή με τον ευρέως γνωστό διδάσκαλο των Θρησκευτικών στην Ακαδημία, Αρχιερέα Σέργιο Τσετβερίκοφ, συγ­γραφέα βιβλίων για τον Άγιο Παίσιο Βελιτσκόφσκι και τους Αγίους Γέροντες της Όπτινα, και με τον διευθυντή του τοπικού ιεροδιδασκαλείου, Αρχιμανδρίτη Βαρλαάμ. Η ημέρα πού ο Μιχαήλ Μαξίμοβιτς ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Στρατιωτική Ακαδημία συνέπεσε με την ημέρα τελετής της εγκαταστάσεως του Αρχιεπισκόπου Αντωνίου Κραποβίτσκι στην καθέδρα της Μητρόπολης Κάρκοφ. Αυτός ο ξακουστός ιεράρχης και θεολόγος ήταν ο κύριος συνήγορος της αποκατάστασης του Πατριαρχείου στη Ρωσία, μεταγενέστερα ο Μητροπολίτης Κιέβου και Γαλικίας, και τελικά ο πρώτος ιε­ράρχης της ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς. Σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του αυτός ο αρχιερέας ενέπνευσε την προς την Εκκλησία προσανατολισμένη ακαδη­μαϊκή νεολαία σε όλα τα πνευματικά θέματα, χάρη στο κυ­ριότερο χαρακτηριστικό του γνώρισμα, την ειλικρινή αγάπη του γι' αυτούς. Έχοντας ακούσει για τον νεαρό Μιχαήλ Μαξίμοβιτς, για τον όποιο πολλοί μιλούσαν σε εκκλησιαστικούς κύκλους, ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος επιθυμούσε να τον συ­ναντήσει. Ήταν στο Κάρκοφ πού ο Αρχιεπίσκοπος Αντώ­νιος έγινε πνευματικός οδηγός του Άγιου Ιωάννη. Αυτή η σχέση συνεχίστηκε σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του Αρχιε­πισκόπου Αντωνίου.

Στο Κάρκοφ ο Μιχαήλ μπήκε στη Νομική Σχολή, την οποία ολοκλήρωσε το 1918, και υπηρέτησε για μικρό διάστημα στο δικαστήριο του Κάρκοφ κατά την περίοδο πού την Ουκρανία εξουσίαζε ο Κοζάκος αρχηγός Χέτμαν Σκοροπάτσκι. Όμως, η καρδιά του μελλοντικού ιεράρχη ήταν μακριά από αυτό τον κόσμο. Όταν δεν μελετούσε, δαπανούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο του στο πανεπιστήμιο, διαβάζοντας πνευματική λογοτεχνία, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στους Βίους Αγίων. «Ενώ σπούδαζα τις κοσμικές επιστήμες», είπε ο Άγιος κατά την εκλογή του στην Επισκοπή, «πολύ περισσότερο εντρυφούσα στη μελέτη της Επιστήμης των επιστημών, στη σπουδή της πνευματικής ζωής». Επι­σκεπτόμενος το μοναστήρι, οπού ζούσε ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος, ο Μιχαήλ είχε την ευκαιρία να προσεύχεται στον τάφο ενός ασκητή του πρώτου μισού του 18ου αιώνα, του Αρχιεπισκόπου Μελετίου Λεοντίεβιτς, ενός δίκαιου βαθιά τιμημένου, αλλά όχι ακόμα αγιοποιημένου. Την ψυχή του νεαρού Αγίου διαπερνούσε μία δίψα να αποκτήσει τον αλη­θινό σκοπό και δρόμο της εν Χριστώ ζωής.

Μεγάλη εντύπωση έκανε στον Μιχαήλ ο Επίσκοπος Βαρνάβας (ο μετέπειτα Πατριάρχης της Σερβίας) κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του στο Κάρκοφ. Ο νεαρός Σέρβος Επίσκοπος, τον όποιο θερμά υποδέχθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος, του διηγήθηκε τα βάσανα του σερβικού λαού κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Αυτό συνέβη τον Ιανουάριο του 1917, πριν την Επανάσταση, όταν οι Σέρβοι, πού πολεμούσαν εναντίον της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Τουρ­κίας, δεν είχαν σχεδόν καθόλου έδαφος ελεύθερο από εχθρι­κή κατοχή. Χάρη στην έμπνευση του Αρχιεπισκόπου Αντω­νίου η ανταπόκριση του ρωσικού λαού για ενίσχυση των Σέρβων ήταν ομόθυμη. Σ' αυτό το παράδειγμα ο Μιχαήλ αναγνώρισε την παγκόσμια σημασία της Εκκλησίας και το καθήκον ενός Επισκόπου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των Ορθόδοξων λαών. Με τη σειρά του ο Επίσκοπος Βαρνάβας, μόλις έγινε Πατριάρχης, ήταν ιδιαίτερα φιλόξε­νος και εξυπηρετικός προς την Ιεραρχία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς.

Η Ρωσική Επανάσταση ανάγκασε την οικογένεια Μαξίμοβιτς να εγκαταλείψει εσπευσμένα την πατρίδα της και να προσφύγει στη Γιουγκοσλαβία, όπου ο Μιχαήλ μπορούσε να ξεκινήσει τις θεολογικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αγίου Σάββα, τις όποιες ολοκλήρωσε αργότερα, το 1925. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, ο Μιχαήλ χειροθετήθηκε αναγνώστης στο Βελιγράδι από τον Μητροπολίτη Αντώνιο, ο όποιος επίσης τον έκειρε μοναχό το 1926 στο Μο­ναστήρι Μίλκοβο, δίνοντας του το όνομα Ιωάννης, προς τι­μήν του μακρινού του συγγενή, του πρόσφατα ανακηρυχθέντος Αγίου Ιωάννη του Τομπόλσκ. Σύντομα, μετά απ' αυτό, χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Στην εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, ο νεαρός καλόγερος έγινε ιερομόναχος. Κατά τη διάρκεια των χρόνων αυτών ήταν διδάσκαλος των Θρησκευτικών στο σερβικό κρατικό Γυμνάσιο και το 1929 έγινε διδά­σκαλος στο σερβικό 'Ιεροδιδασκαλείο του Αγίου Αποστόλου Ιωάννη του Θεολόγου στην πόλη Μπίτολ, πού ήταν τμήμα της Επισκοπής Αχρίδος.

Στο Μπίτολ ο Άγιος Ιωάννης κέρδισε την αγάπη των φοιτητών του και ήταν εδώ που οι πνευματικοί του αγώνες έγιναν γνωστοί σ' εκείνους πού ήταν γύρω του. Ο Άγιος Ιωάννης προσευχόταν συνεχώς, τελούσε τη Θεία Λειτουρ­γία καθημερινά η παρακολουθούσε τη Λειτουργία και με­τείχε των του Χριστού Αγίων Μυστηρίων, νήστευε αυστηρά και συνήθως έτρωγε μία φορά την ήμερα, αργά το απόγευμα. Με πατρική αγάπη ο Άγιος ενστάλαξε στους σπουδα­στές του ιεροδιδασκαλείου υψηλά πνευματικά ιδανικά. Ήταν οι πρώτοι πού ανακάλυψαν το μεγάλο ασκητικό του ανάστημα, προσέχοντας πώς ο Άγιος ποτέ δεν ξάπλωνε να κοιμηθεί και όταν τον έπαιρνε για λίγο ο ύπνος, ήταν μόνο από πλήρη εξάντληση και συχνά κατά τη διάρκεια προσκύ­νησης στη γωνία κάτω από τις εικόνες. Ο Επίσκοπος Νικό­λαος Βελιμίροβιτς εκτιμούσε και αγαπούσε τον νεαρό Ιερο­μόναχο Ιωάννη. Μία φορά, αφήνοντας το ιεροδιδασκαλείο, στράφηκε σε μία μικρή ομάδα ιεροσπουδαστών και είπε: «Παιδιά, να ακούτε τον πατέρα Ιωάννη. Είναι ένας άγγελος του Θεού με τη μορφή ενός ανθρώπου». Οι ίδιοι οι ιεροσπουδαστές ήταν πεπεισμένοι πώς ο Άγιος Ιωάννης αληθι­νά ζούσε μία αγγελική ζωή.

Η υπομονή και η ταπεινοφροσύνη του ήταν όμοιες με την υπομονή και την ταπεινοφροσύνη των μεγάλων ασκη­τών και κατοίκων της ερήμου. Ξαναζούσε τα γεγονότα του Άγιου Ευαγγελίου, σαν να ελάμβαναν χώρα μπροστά στα μάτια του. Πάντα ήξερε σε ποιο κεφάλαιο μπορούσε να βρει ένα γεγονός και, όταν χρειαζόταν, πάντα μπορούσε να παραθέσει ένα ορισμένο εδάφιο. Γνώριζε τον χαρακτήρα και λεπτομέρειες για κάθε σπουδαστή, έτσι ώστε ανά πάσα στιγ­μή μπορούσε να εκτιμήσει τι ήξερε ή δεν ήξερε ένας σπου­δαστής. Ο Άγιος Ιωάννης είχε ένα ιδιαίτερο χάρισμα από τον Θεό, μία ασυνήθιστα καλή μνήμη. Συνεπώς, τέτοιες αξιολογήσεις των σπουδαστών του μπορούσαν να γίνουν χωρίς καθόλου να ανατρέχει σε προηγούμενα αρχεία ή ση­μειώσεις. Αμοιβαία αγάπη συνέδεε τον Άγιο Ιωάννη και τους ιεροσπουδαστές. Γι' αυτούς ήταν η ενσάρκωση όλων των χριστιανικών αρετών. Δεν έβλεπαν κανένα ελάττωμα σ' αυτόν, ούτε καν στην ομιλία του (ο Άγιος Ιωάννης είχε ένα ελαφρό τραύλισμα). Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, προσω­πικό ή κοινωνικό, πού να μην μπορούσε να το λύσει άμεσα.

Δεν υπήρχε ούτε μία ερώτηση για την οποία δεν μπορούσε να βρει μία απάντηση. Η απάντηση του ήταν πάντα μεστή, σαφής, ολοκληρωμένη και πλήρης, γιατί ήταν ένας αληθινά μορφωμένος άνθρωπος. Η μόρφωση του, η «σοφία» του, βα­σιζόταν στο πιο σταθερό θεμέλιο, στον «φόβο του Θεού». Ο Άγιος προσευχόταν με θέρμη για τους ιεροσπουδαστές του. Κάθε βράδυ θα έκανε τη βόλτα του, ελέγχοντας τον καθένα, τακτοποιώντας το μαξιλάρι του ενός, την κουβέρτα του άλλου. Φεύγοντας από το δωμάτιο ευλογούσε τους ειρηνικά κοιμώμενους με το σημείο του σταυρού.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο Άγιος Ιωάννης δεν έτρωγε τίποτα περισ­σότερο από ένα πρόσφορο την ήμερα· το ίδιο και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των Παθών. Όταν έφτανε το Μεγά­λο Σάββατο το σώμα του ήταν εντελώς εξαντλημένο. Όμως, την ημέρα της Αγίας Αναστάσεως του Κυρίου ξαναζωντά­νευε και η δύναμη του επέστρεφε. Στον πασχαλινό Όρθρο θριαμβευτικά αναφωνούσε «Χριστός Ανέστη!», σαν ο Χριστός να αναστήθηκε ειδικά εκείνη την αγία νύχτα. Το πρό­σωπο του έλαμπε. Η πασχαλινή χαρά πού ο Άγιος ακτινοβολούσε μεταδιδόταν στον καθένα μέσα στην εκκλησία. Οποιοσδήποτε βρέθηκε στην εκκλησία με τον Άγιο Ιωάννη το Πάσχα ζούσε αυτή την εμπειρία.

Το 1934 η Σύνοδος των Επισκόπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς αποφάσισε να αναβιβάσει τον Άγιο Ιωάννη στον βαθμό του επισκόπου και να τον ορί­σει στη Σανγκάη ως εφημέριο Επίσκοπο της Επισκοπής της Κίνας. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Ιωάννη, τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από τις προθέσεις του,

γεγονός πού φαίνεται από μία αφήγηση μιας γνωστής του από τη Γιουγκοσλαβία. Μία φορά, όταν τον συνάντησε στο τραμ, τον ρώτησε τι τον είχε φέρει στο Βελιγράδι. Αυτός απάντησε ότι ήρθε στο Βελιγράδι επειδή από λάθος είχε δε­χτεί μία ειδοποίηση στη θέση ενός άλλου Ιερομόναχου Ιω­άννη, ο όποιος επρόκειτο να γίνει επίσκοπος. Όταν τον είδε ξανά την επόμενη μέρα, της είπε πώς το λάθος ήταν χειρότε­ρο απ' ό,τι είχε υποθέσει, επειδή αποδείχτηκε ότι είχαν αποφασίσει να τον χειροτονήσουν επίσκοπο. Όταν έφερε αντίρρηση, επισημαίνοντας τον τραυλισμό του, του είπαν πώς ο προφήτης Μωϋσής είχε την ίδια δυσκολία. Η χειροτονία έγινε στις 28 Μαΐου 1934. Ο Άγιος Ιωάννης ήταν ο τελευταίος επίσκοπος πού χειροτονήθηκε από τον Μητροπολίτη Αντώνιο.

Ο νεαρός επίσκοπος έφτασε στη Σανγκάη από τη Σερβία στις 21 Νοεμβρίου 1935, εορτή των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Πολλοί άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί στην απο­βάθρα για να προϋπαντήσουν τον νέο τους αρχιερέα, πού ανέλαβε μ' όλη του την καρδιά τις ευθύνες του και σύντομα καθιερώθηκε ως μορφή στην πόλη της Σανγκάης. Τον περί­μεναν η αποπεράτωση ενός μεγάλου Καθεδρικού Ναού, καθώς και η επίλυση μιας υπάρχουσας διαμάχης δικαιοδοσιών. Ο Άγιος Ιωάννης γρήγορα διευθέτησε αυτήν τη διαμάχη και με το πέρασμα του χρόνου εδραίωσε σχέσεις με τους Σέρβους, Έλληνες και Ουκρανούς της Επισκοπής του. Ο Άγιος αποπεράτωσε την κατασκευή του πελώριου Καθεδρικού Ναού προς τιμήν της Εικόνας της Μητέρας του Θεού «Εγγυήτρια των Αμαρτωλών» και μιας τριώροφης κατοι­κίας μ' ένα κωδωνοστάσιο. Ιδιαίτερη προσοχή έδινε στην πνευματική μόρφωση των παιδιών. Ο ίδιος προσωπικά δίδασκε τον Νόμο του Θεού στις ανώτερες τάξεις του Εμπορι­κού Ιδρύματος και πάντα παρακολουθούσε τις εξετάσεις για τα θρησκευτικά μαθήματα σ' όλα τα σχολεία της Σανγκάης. Ήταν ο εμπνευστής και ο οδηγός στην ανέγερση εκκλησιών, ενός νοσοκομείου, ενός ασύλου για τους διανοητικά ασθε­νείς, ενός ορφανοτροφείου, ενός γηροκομείου, μιας κοινο­τικής αίθουσας τραπεζαρίας - με λίγα λόγια, όλων των κοι­νωνικών δραστηριοτήτων της ρωσικής Σανγκάης. Ο Άγιος ήταν ενωμένος με το ποίμνιο του. Συμμετείχε άμεσα στο έργο όλων ουσιαστικά των οργανώσεων των μεταναστών.

Ωστόσο, ενώ συμμετείχε ενεργά σε τόσο ευρύ φάσμα κοι­νωνικών υποθέσεων, ήταν ξένος προς τον κόσμο. Από την πρώτη ήμερα της άφιξης του στη Σανγκάη, ο Άγιος, όπως και πριν, τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία. Όπου και αν βρισκόταν, ήταν πάντοτε παρών στις Λειτουργίες.

Μία φορά, ως αποτέλεσμα της συνεχούς ορθοστασίας του, το πόδι του Αγίου πρήστηκε σοβαρά και μία ομάδα ιατρών, φο­βούμενη γάγγραινα, διέταξε άμεση νοσοκομειακή περίθαλ­ψη. Ο Άγιος αρνήθηκε. Ύστερα από αυτό, οι Ρώσοι για­τροί ενημέρωσαν το Ενοριακό Συμβούλιο ότι δεν μπορούσαν να αναλάβουν καμία ευθύνη για την υγεία, ακόμη και για τη ζωή του ασθενή. Τα μέλη του Ενοριακού Συμβουλίου, μετά από έντονες παρακλήσεις, ακόμη και απειλές, να τον εισαγά­γουν σε νοσοκομείο με τη βία, ανάγκασαν τον Άγιο να συμ­φωνήσει και έτσι τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Το ίδιο απόγευμα, ωστόσο, έφυγε από το νοσοκομείο μόνος του και στις έξι τελούσε ολονύκτια αγρυπνία, όπως συνήθως.

Τελούσε όλες τις καθημερινές ακολουθίες πλήρως και χωρίς περικοπές, έτσι ώστε στην τελευταία ακολουθία της ημέ­ρας να διαβάζονται πέντε ή και περισσότεροι κανόνες προ­κειμένου να τιμηθούν όλοι οι Άγιοι. Ο Άγιος δεν επέτρεπε περιττές κουβέντες στο Ιερό και ο ίδιος προσωπικά εξασφά­λιζε πώς οι βοηθοί του ιερέα συμπεριφέρονταν όπως θα έπρεπε, συντάσσοντας γι' αυτούς έναν κανόνα συμπερι­φοράς, στον όποιο αυστηρά, αλλά και στοργικά, απαιτούσε προσκόλληση. Μετά τη Λειτουργία ο Άγιος Ιωάννης παρέ­μενε στο Ιερό για δύο ή τρεις ώρες, γεγονός πού σχετίζεται μ' ένα σχόλιο του κάποτε: «πόσο δύσκολο είναι να αποσπά­σει κανείς βίαια τον εαυτό του από την προσευχή και να επι­στρέψει στις κοσμικές υποθέσεις!». Τη νύχτα παρέμενε άγρυπνος αντί να κοιμάται. Ποτέ δεν πήγαινε «επίσκεψη» κάπου ειδικά, αντίθετα θα εμφανιζόταν απρόσμενα σ' εκεί­νους πού είχαν ανάγκη, υπό οποιεσδήποτε καιρικές συν­θήκες και στις πλέον ασυνήθιστες ώρες. Καθημερινά επισκεπτόταν με τα Τίμια Δώρα τους αρρώστους. Συχνά τον έβλε­παν, ενώ η ώρα ήταν περασμένη και ο καιρός δριμύς, να περπατά στους δρόμους της Σανγκάης με την επισκοπική του ράβδο στο χέρι και τα ράσα του να ανεμίζουν. Όταν τον ρω­τούσαν πού πήγαινε με τέτοιο καιρό, ο Άγιος απαντούσε «όχι πολύ μακριά· είναι ανάγκη να επισκεφτώ τον τάδε»· και όταν τον συνόδευαν σ' εκείνο το μέρος, το «όχι πολύ μακριά» ήταν συχνά δύο ή τρία χιλιόμετρα.

«Όταν ενδιαφέρεται κάποιος για τη σωτηρία των ψυχών των ανθρώπων», έλεγε ο Άγιος, «πρέπει να θυμάται ότι οι άνθρωποι έχουν και σωματικές ανάγκες, πού κραυγαλέα διακηρύσσουν την παρουσία τους. Δεν μπορεί κάποιος να κηρύσσει το Ευαγγέλιο, χωρίς να επιδεικνύει αγάπη στις πράξεις του». Μία εκδήλωση τέτοιας έμπρακτης αγάπης από τον Άγιο Ιωάννη ήταν η ίδρυση του Ορφανοτροφείου του Αγίου Τύχωνα του Ζαντόνσκ για ορφανά και παιδιά απόρων γονέων. Συγκέντρωσε μερικές γυναίκες και με τη βοήθεια τους ξεκίνησε με οκτώ μικρά παιδιά και οργάνωσε ένα ορφανοτροφείο, το όποιο έδωσε καταφύγιο σε πολλές εκατοντάδες παιδιά στη δεκαπενταετή λειτουργία του στη Σανγκάη. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος μάζεψε άρρωστα και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και από τα σκοτεινά σοκάκια της Σανγκάης. Μία φορά έφερε στο ορφανοτροφείο ένα μικρό κορίτσι, αφού το «αγόρασε» από έναν Κινέζο για ένα μπουκάλι βότκα.

Οι ενορίτες της Επισκοπής της Σανγκάης έτρεφαν βαθιά αισθήματα αγάπης και σεβασμού για τον αρχιερέα τους, όπως αποδεικνύεται από τα ακόλουθα αποσπάσματα μιας επιστολής τους προς τον Μητροπολίτη Μελέτιο το 1943:

«Εμείς, άνθρωποι του κόσμου, λαϊκοί, δεν μπορούμε να αγγίξουμε το εύρος των γνώσεων του (του Άγιου Ιωάννη) ατή θεολογία, την πολυμάθεια του, τα κηρύγματα του τα βα­θιά διαποτισμένα από αποστολική πίστη, πού σχεδόν καθη­μερινά εκφωνούνταν και συχνά τυπώνονταν. Εμείς, οι άν­θρωποι της Σανγκάης, θα μιλήσουμε γι' αυτό πού βλέπουμε και αισθανόμαστε στην πολυφυλετική πόλη μας από την ήμερα της άφιξης του επισκόπου μας, αυτό πού βλέπουμε με τα αμαρτωλά μάτια μας και πού αισθανόμαστε με τη χρι­στιανική μας καρδιά.

Από την ήμερα της άφιξης του, το θλιβερό φαινόμενο της διαίρεσης των εκκλησιών σταμάτησε. Το Ορφανοτροφείο του Αγίου Τύχωνα του Ζαντόνσκ, πού σήμερα τρέφει, ντύνει και μορφώνει 200 παιδιά, οικοδομήθηκε από το τίποτα. Σταδιακά οι συνθήκες του πτωχοκομείου, στο όνομα του Αγίου Φιλάρετου του Ελεήμονος, βελτιώθηκαν. Οι άρρωστοι σ' όλα τα νοσοκομεία της Σανγκάης δέχονται επισκέψεις από ιερείς, τους μεταδίδονται τα Άγια Μυστήρια τακτικά και σε περίπτωση θανάτου, ακόμη κι οι άστεγοι θάβονται με μία αξιοπρεπή κηδεία. Τους διανοητικά ασθενείς, πού βρίσκο­νται σ' ένα νοσοκομείο μακριά από την πόλη, τους επισκέπτεται ο ίδιος προσωπικά. Οι φυλακισμένοι στις φυλακές της "Αποικίας" και της Γαλλικής Ζώνης έχουν τη δυνατό­τητα να προσευχηθούν στον τόπο της φυλάκισης τους, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας και να λάβουν τη Θεία Κοινωνία μηνιαίως. Στρέφει σοβαρά την προσοχή του στην ανατροφή και τη μόρφωση των νέων μ' ένα αυστηρά ορθόδοξο και πατριωτικό πνεύμα. Σε πολλά, μη ρωσικά, σχολεία τα παιδιά μας τώρα διδάσκονται τον Νόμο του Θεού. Κατά τη διάρκεια όλων των δύσκολων στιγμών της ζωής της κοι­νότητας μας τον βλέπουμε προπορευόμενο να προστατεύει εμάς και τις παραδοσιακές ρωσικές ηθικές μας αρχές στο έπακρο. Όλες οι σεκταριστικές οργανώσεις και οι ετερόδοξες Ομολογίες τώρα αντιλαμβάνονται ότι είναι πολύ δύσκο­λο να πολεμήσουν έναν τέτοιο στυλοβάτη της Ορθόδοξης πίστης. Ο Επίσκοπος μας ακούραστα επισκέπτεται εκκλη­σίες, νοσοκομεία, σχολεία, φυλακές, δημόσιους και στρατιω­τικούς οργανισμούς, κομίζοντας πάντα καθησυχασμό και πίστη. Από την ήμερα της άφιξης του ούτε ένας αδύναμος άνθρωπος δεν έμεινε χωρίς την προσευχή και την προσωπι­κή του επίσκεψη. Από τις προσευχές του Φωτιστή μας πολ­λοί έλαβαν ανακούφιση και υγεία. Αυτός, σαν λαμπάδα, φω­τίζει την άμαρτωλότητά μας, σαν καμπάνα πού χτυπά αφυ­πνίζει τη συνείδηση μας και καλεί τις ψυχές μας στον χρι­στιανικό αγώνα. Ως καλός ποιμένας μας καλεί, ώστε και για

μία στιγμή να αποσπαστούμε από τα επίγεια και την υλική φθορά και να σηκώσουμε ψηλά τα μάτια μας στον ουρανό, απ' όπου έρχεται η βοήθεια μας. Αυτός είναι εκείνος πού, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, είναι ένα πα­ράδειγμα: «εν λόγω, εν αναστροφή, έν αγάπη, έν πνεύματι, εν πίστη, εν αγνεία» (Προς Τιμόθεον Α' 4:12)».

Το ποίμνιο του δεν έκανε λάθος, εκτιμώντας τόσο πολύ την αξία του έργου του ιεράρχη του. Οι άνθρωποι πράγματι ένιωθαν σ' αυτόν μία ετοιμότητα «να θυσιάσει τη ζωή του» για το ποίμνιο. Κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής, όταν δύο πρόεδροι της Ρωσικής Επιτροπής Μετανάστευσης σκοτώθηκαν διαδοχικά και φόβος κατέλαβε τη ρωσική παροικία, ο Άγιος Ιωάννης, παρόλο τον αναμφισβήτητο κίνδυνο για τον ίδιο, ανακήρυξε τον εαυτό του προσωρινό αρχηγό της ρωσικής αποικίας.

Μετά την κοίμηση του Μητροπολίτη Μελετίου και το τέ­λος του πολέμου το 1945, όλο και περισσότερη πίεση ασκού­νταν στον ρωσικό απόδημο κλήρο από το Πατριαρχείο της Μόσχας, με σκοπό να υπαχθεί στον νέο Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο Α'. Αυτός ήταν ο διάδοχος του Πατριάρχη Σεργίου, ο όποιος το 1927 εξέδωσε διακήρυξη, δεσμεύοντας την Εκ­κλησία σε συνεργασία με τις σοβιετικές αρχές. Στην Άπω Ανατολή όλοι σχεδόν οι ιεράρχες υποτάχθηκαν στον νεοεκλεγμένο Πατριάρχη. Ο Άγιος Ιωάννης, αρνούμενος ο ίδιος να υποταχθεί, δέχθηκε υπερβολικά μεγάλη πίεση και απειλές από τον προϊστάμενο επίσκοπο του, Αρχιεπίσκοπο Βίκτωρα. Η απάντηση του Άγιου σ' αυτές τις απειλές ήταν απλή: «υπόκειμαι στη Σύνοδο του Εξωτερικού και θα πο­ρευτώ στον δρόμο πού αύτη μου καθορίζει».

Μετά από μία μεγάλη καθυστέρηση, πού οφειλόταν στον πόλεμο, έφτασε από τη Σύνοδο των Επισκόπων μία εντολή, πού αναβίβαζε τον Επίσκοπο Ιωάννη σε Αρχιεπίσκοπο, με απευθείας υπαγωγή στη Σύνοδο. Η κινεζική εθνική κυβέρ­νηση και οι αρχές της πόλης αναγνώριζαν τον Άγιο Ιωάν­νη ως τη μόνη κεφαλή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Κίνα.

Η θαυματουργική δύναμη κι η προορατική ικανότητα του Άγιου Ιωάννη ήταν ευρέως γνωστή στη Σανγκάη. Μία φορά, στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, ο Άγιος Ιω­άννης ήρθε στο εβραϊκό νοσοκομείο για να επισκεφτεί ορθόδοξους ασθενείς εκεί. Διερχόμενος ένα θάλαμο σταμά­τησε μπροστά σ' ένα παραβάν πού έκρυβε το κρεβάτι, οπού ήταν ξαπλωμένη και πέθαινε μία ηλικιωμένη Εβραία γυ­ναίκα. Δίπλα της τα μέλη της οικογένειας της περίμεναν τον θάνατο της. Ο Άγιος ύψωσε ένα σταυρό πάνω από το παραβάν και δυνατά αναφώνησε: «Χριστός Ανέστη!». Τη στιγμή εκείνη η ετοιμοθάνατη γυναίκα ανέκτησε τις αισθή­σεις της και ζήτησε νερό. Ο Άγιος πλησίασε τη νοσοκόμα και είπε «η ασθενής θέλει να πιει». Το ιατρικό προσωπικό ήταν κατάπληκτο από την αλλαγή πού είχε συντελεστεί σε κάποιον πού μόλις λίγα λεπτά νωρίτερα πέθαινε. Σύντομα η γυναίκα ανάρρωσε και της δόθηκε εξιτήριο από το νοσοκο­μείο. Τέτοια περιστατικά ήταν πολυάριθμα.

Συνέβη να καλέσουν επειγόντως τον Άγιο Ιωάννη να κοινωνήσει έναν άνθρωπο ετοιμοθάνατο στο νοσοκομείο. Ο Άγιος πήρε τα Τίμια Δώρα και κατευθύνθηκε προς τα εκεί, συνοδευόμενος από έναν άλλο κληρικό. Όταν έφτασαν εί­δαν ένα νεαρό άνδρα, περίπου στην ηλικία των 20 χρόνων, να παίζει φυσαρμόνικα. Είχε ήδη αναρρώσει και επρόκειτο να βγει από το νοσοκομείο σύντομα. Ο Άγιος τον κάλεσε λέ­γοντας «θέλω να σε κοινωνήσω τώρα αμέσως». Ο νέος άν­δρας τον πλησίασε αμέσως, εξομολογήθηκε και δέχθηκε τη θεία Κοινωνία. Ο κατάπληκτος κληρικός ρώτησε τον Άγιο Ιωάννη γιατί δεν πήγε στον ετοιμοθάνατο, αλλά καθυστέ­ρησε μ' ένα φανερά υγιή νέο άνδρα. Ο Άγιος απάντησε απλά: «αυτός θα πεθάνει απόψε, ενώ ο άλλος πού είναι σο­βαρά άρρωστος θα ζήσει ακόμα πολλά χρόνια». Και έτσι ακριβώς έγινε. Ο Κύριος επέδειξε παρόμοια θαύματα στην Ευρώπη και την Αμερική μέσω του Αγίου Του.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1940, καθώς οι κομμουνιστές ανήλθαν στην εξουσία, οι Ρώσοι στην Κίνα εξαναγκάστη­καν και πάλι σε φυγή, κυρίως μέσω των νήσων των Φιλιππίνων. Το 1949 περίπου 5.000 πρόσφυγες από την Κίνα βρίσκο­νταν σε μία κατασκήνωση του Διεθνούς Οργανισμού για τους Πρόσφυγες στο νησί Τουμπάμπαο. Ζούσαν εκεί σε σκη­νές κάτω από τις πιο πρωτόγονες συνθήκες. Όλα τα παιδιά του ορφανοτροφείου μεταφέρθηκαν εκεί, όπως και οι ηλι­κιωμένοι και οι ασθενείς. Ζούσαν κάτω από τη συνεχή απει­λή σφοδρών θυελλών, αφού το νησί βρίσκεται στον δρόμο εποχιακών τυφώνων, πού περνούν απ' αυτό το σημείο του Ειρηνικού Ωκεανού. Κατά τη διάρκεια της εικοσιεπτάμηνης λειτουργίας της ρωσικής κατασκήνωσης, μόνο μία φορά απειλήθηκε το νησί από έναν τυφώνα, πού ωστόσο άλλαξε την πορεία του και πέρασε γύρω από το νησί. Κάθε βράδυ ο Άγιος περπατούσε γύρω από ολόκληρη την κατασκήνωση, ευλογώντας την με το σημείο του σταυρού και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Αργότερα, όταν οι άνθρωποι είχαν αναχωρήσει πια για διάφορες χώρες και η κατασκήνωση είχε σχεδόν τελείως εκκενωθεί, ένας σφοδρός τυφώνας σά­ρωσε την κατασκήνωση και την ισοπέδωσε.

Παραπάνω από μία φορά ο Άγιος Ιωάννης χρειάστηκε να παρουσιαστεί ενώπιον αντιπροσώπων της πολιτικής εξουσίας για να μεσολαβήσει υπέρ των αναγκών των Ρώσων προσφύγων. Συνέστησαν στον Άγιο Ιωάννη να υποβάλει ο ίδιος προσωπικά την αίτηση στην Ουάσινγκτον, για να επι­τραπεί να έλθουν στην Αμερική. Ταξίδεψε στην Ουάσιγκτον και, παρ' όλα τα ανθρώπινα εμπόδια, πέτυχε να αλλάξουν οι μεταναστευτικοί νόμοι και η έξοδος του ποιμνίου του πραγ­ματοποιήθηκε.

Το 1951 ανατέθηκε στον Άγιο Ιωάννη η επιστασία της Δυτικοευρωπαϊκής Επισκοπής. Αρχικά διοικούσε την Επι­σκοπή από το Παρίσι και αργότερα από τις Βρυξέλλες. Συνεχώς ταξίδευε σε ολόκληρη την Ευρώπη, τελώντας τη Θεία Λειτουργία στα γαλλικά και ολλανδικά και, όπως πριν, στα ελληνικά, κινεζικά και, αργότερα, στα αγγλικά. Στο Παρίσι γράφτηκε γι' αυτόν το εξής: «Ζει πέρα από το δικό μας επί­πεδο (ύπαρξης). Δεν είναι καθόλου τυχαίο πώς σε μία από τις καθολικές εκκλησίες ένας ιερέας, απευθυνόμενος στους νέους, είπε: "Ζητάτε αποδείξεις. Λέτε ότι πια δεν υπάρχουν ούτε θαύματα, ούτε Άγιοι. Γιατί χρειάζεστε θεωρητικές αποδείξεις, όταν ένας ζωντανός Άγιος περπατά στους δρόμους του Παρισιού, ο Άγιος Ιωάννης ο Ανυπόδητος!"».

Όσο ήταν στην Ευρώπη, ο Άγιος Ιωάννης συνέλεξε πληροφορίες για έναν αριθμό αρχαίων Αγίων πού τους τι­μούσαν στη Δύση, λησμονημένους όμως στην Ανατολή. Με σύσταση του, η τιμή της μνήμης τους αποκαταστάθηκε και τα ονόματα τους συγκαταλέγησαν στο Ημερολόγιο της Εκκλησίας.

Η πνευματικότητα του Αγίου Ιωάννη, η γλωσσομάθεια του και, πάνω απ' όλα, το παράδειγμα του προσέλκυσαν πολλούς Γάλλους, Ολλανδούς και άλλους Ευρωπαίους στην Ορθοδοξία. Τέτοια ήταν η ιεραποστολική σημασία της πα­ραμονής του στην Ευρώπη.

Το φθινόπωρο του 1962 ο Άγιος Ιωάννης έφτασε στην τελευταία του επισκοπική έδρα - και πάλι, όπως ακριβώς πριν από πολλά χρόνια στην πρώτη του Επισκοπή, στην εορτή των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στην αρχή ήρθε να βοηθήσει τον ηλικιωμένο και ασθενή γέροντα Αρ­χιεπίσκοπο Τύχωνα και μετά την κοίμηση του (17/30 Μαρτί­ου 1963) ο Άγιος Ιωάννης έγινε διοικών Αρχιεπίσκοπος της Δυτικής Αμερικής και του Σάν Φρανσίσκο. Ξανά ο Άγιος, όταν έφτασε, βρήκε μία ημιτελή εκκλησία, αφιερω­μένη στη μνήμη της Μητέρας του Θεού και για ακόμη μία φορά, όπως στην Κίνα, την Εκκλησία να σπαράσσεται από διχόνοια.

Πρώτη προτεραιότητα του Αγίου Ιωάννη ήταν να συνε­χίσει και να ολοκληρώσει την κατασκευή του νέου Επισκο­πικού Καθεδρικού Ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, «Χαρά Πάντων των Θλιβομένων», πού είχε εντελώς σταματήσει λό­γω έλλειψης κεφαλαίων και έντονων φιλονικιών σχετικά με την επίλυση του οικονομικού προβλήματος, πού παρέλυε την εκκλησιαστική κοινότητα. Ο Κύριος φιλεύσπλαχνα βοήθησε σ' αυτό τον Άγιο Του, πού πολύ υπέφερε απ' αυτήν τη διαμάχη και όμως συνέχιζε με προσευχή και με άοκνη επίβλεψη της κατασκευής να εμπνέει τον καθένα να προσφέρει και να εργάζεται.

Ο Άγιος Ιωάννης υπέφερε πολλά εκείνη την περίοδο, ακόμα και την υποχρέωση να εμφανιστεί σ' ένα αμερικανι­κό πολιτικό δικαστήριο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν γεμάτα από την πίκρα της συκοφαντίας και των διωγ­μών. Μερικές φορές ο Άγιος Ιωάννης προκαλούσε φθόνο, δυσμενείς κριτικές ή δυσφορία στους ανθρώπους, όταν τους φερόταν αυστηρά, εμμένοντας στους εκκλησιαστικούς κανό­νες. Εκείνη την εποχή κάποιος ρώτησε ποιος ήταν ο υπεύ­θυνος για τη διαίρεση στην Εκκλησία. Ο Άγιος απάντησε απλά: «ο Διάβολος».

Το 1964 η κατασκευή του μεγαλύτερου ναού της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς στην Αμερική, κοσμημένου με πέντε χρυσούς τρούλους, είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Η ύψωση των υπέροχων σταυρών, το μεγαλείο των οποίων είναι ορατό όταν πλέει κανείς στον κόλπο του Σάν Φρανσί­σκο, έγινε με επίσημη πομπή (πάνω από ένα μίλι) με πλήθος ανθρώπων να συμμετέχουν. Η λιτανεία παρά λίγο να μαται­ωθεί εξαιτίας της δυνατής βροχόπτωσης, όμως ο Άγιος, χω­ρίς κανένα δισταγμό, ηγήθηκε της πομπής με ύμνους, μέσα στους βρεγμένους δρόμους της πόλης. Μόλις ξεκίνησε η πο­μπή, η βροχή σταμάτησε. Οι σταυροί ευλογήθηκαν μπροστά στον νέο Καθεδρικό Ναό και, όταν ο κύριος σταυρός υψώ­θηκε, ο ήλιος πρόβαλε και ένα περιστέρι βρέθηκε (τυχαία!) πάνω στο ζωηρά λαμπερό σύμβολο του Χρίστου. Ο ορατός θρίαμβος της ανύψωσης Ορθόδοξων σταυρών, πού λά­μπουν στους λόφους της σύγχρονης Βαβυλώνας, όπου ο σατανισμός πρεσβεύεται ανοιχτά, ήταν η κορυφαία νίκη της ζωής του Αγίου στη γη.

Ενώ συνόδευε την προερχόμενη από το Κούρσκ θαυμα­τουργική Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Σηάτλ, ο Άγιος Ιωάννης, αφού τέλεσε Θεία Λειτουργία εκεί, στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Νικολάου, παρέμεινε στην Αγία Τράπεζα για τρεις ώρες. Ήταν η 19η Ίουνίου/2η Ιουλίου 1966. Έπειτα, αφού επισκέφτηκε μερικά από τα πνευματικά του παιδιά, πού κατοικούσαν κοντά στον Καθεδρικό Ναό, με τη θαυματουργή εικόνα, πέρασε σε ένα δωμάτιο στην εκκλη­σιαστική κατοικία, όπου διέμενε.

Ξαφνικά, εκείνοι πού συνόδευαν τον αρχιερέα άκουσαν τον θόρυβο κάποιου πού πέφτει στο πάτωμα. Όταν, τρέχο­ντας, ανέβηκαν τις σκάλες, τον βρήκαν ξαπλωμένο στο πά­τωμα και ήδη να αναχωρεί από αυτό τον κόσμο. Τον κάθι­σαν σε μία πολυθρόνα μπροστά στη θαυματουργή εικόνα και ο Άγιος ειρηνικά αναπαύτηκε εν Κυρίω. Εκείνη τη στιγμή ο εξαιρετικά δύσκολος αγώνας να στερεί τον εαυτό του από ξεκούραση και ύπνο τελείωσε. Τον ξάπλωσαν σ' ένα κρεβάτι πού υπήρχε στο δωμάτιο -μία ευλογημένη κλίνη-δίνοντάς του ανάπαυση και ύπνο μετά από 40 χρόνια εγκράτειας. «Αναπαύσου, κοιμήσου τώρα εν ειρήνη», αναφώνησε ο Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος των Συρακουσών και της Αγίας Τριάδος πού τον αγαπούσε με θέρμη. Στο τέλος της ομιλίας του κατά τη διάρκεια της κηδείας είπε: «Αναπαύσου τώρα εν ειρήνη, ω αγαπητέ μας, αγαπημένε μας Αρχιεπίσκοπε.

Ξεκουράσου από τα ενά­ρετα έργα και τους αγώ­νες σου. Αναπαύσου εν ειρήνη μέχρι την Κοινή Ανάσταση». Η επίσημη κηδεία του Αγίου Ιωάν­νη έγινε στις 24 Ιουνίου/7 Ιουλίου 1966 στον Καθεδρικό Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, «Χαρά Πάντων των Θλιβομένων», στην πόλη του Σαν Φρανσίσκο. Η κηδεία άρχισε στις 6 μ.μ και τελείωσε μετά την 1 π.μ., από το πλήθος των ανθρώπων πού ήρθαν να αποχαιρετήσουν τον αρ­χιερέα τους πού αναπαύ­τηκε. Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος προέστη στην κηδεία σε συγχοροστασία με τους Αρχιεπισκόπους Λεόντιο και Αβέρκιο, τους Επισκόπους Σάββα και Νεκτάριο και πλήθος κληρικών.

Η ατμόσφαιρα της κηδείας ήταν έντονα πένθιμη και εξυψωτικά κατανυκτική. Κανείς απ' όσους παρευρέθηκαν δεν θα την ξεχάσει ποτέ. Παρ' όλη τη βαθιά λύπη των αναρίθμη­των θαυμαστών του Αγίου Ιωάννη, κυριάρχησε ένα είδος ξεχωριστής χαράς, πού περιέβαλε όλους τους πιστούς.

Το σώμα του Αγίου Ιωάννη παρέμεινε σ' ένα ανοιχτό φέρετρο στον Καθεδρικό Ναό για πέντε ήμερες και, παρ' όλο τον ζε­στό καλοκαιρινό καιρό, ήταν άθι­κτο, ακόμη και από την παραμικρότερη υποψία φθοράς ή ακαμψίας. Τα χέρια του ήταν μαλακά και ευλύγιστα. Και όλα αυτά, πα­ρά το γεγονός ότι καμία απολύ­τως παρέμβαση δεν έγινε στο σώμα του στον νεκροθάλαμο. Αυθόρμητα έρχονται στον νου τα λόγια του Επισκόπου Ιγνατίου Μπριαντσανίνοφ στο έργο του Σκέψεις γύρω από τον θάνατο: «Έχετε δει ποτέ το σώμα ενός δικαίου, πού έχει εγκαταλει­φθεί από την ψυχή; Δεν υπάρχει καμία οσμή φθοράς. Δεν είναι τρομακτικό να είσαι κοντά του. Κατά τη διάρκεια της ταφής του, η θλίψη είναι ανάμικτη μ' ένα είδος απροσδιόρι­στης χαράς». Όλα αυτά, σύμφωνα με τα λόγια του αξιομνη­μόνευτου Επισκόπου Ιγνατίου, είναι ένα ασφαλές σημάδι ότι «αυτός πού αναπαύτηκε βρήκε έλεος και χάρη από τον Κύριο».

Μετά την ευλογημένη κοίμηση του, όπως ακριβώς κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Άγιος Ιωάννης συνεχίζει να επιτελεί πολλά και διάφορα θαύματα και θεραπείες για εκεί­νους πού στρέφονται σ' αυτόν με πίστη. Άνθρωποι, κατά τη διάρκεια δύσκολων στιγμών στη ζωή τους, όταν καμία επί­γεια δύναμη δεν μπορεί να βοηθήσει, έχουν εκλιπαρήσει τη μεσιτεία του ενώπιον του Κυρίου. Γράμματα, καθώς και κατάλογοι δεήσεων, έχουν τοποθετηθεί κάτω από τη μίτρα πά­νω στον τάφο του Άγιου και πολλοί έχουν λάβει τη βοήθεια στην οποία είχαν ελπίσει.

Το φθινόπωρο του 1993 ή Σύνοδος των Επισκόπων ανέ­θεσε στον Αρχιεπίσκοπο Δυτικής Αμερικής και Σαν Φρανσίσκο, από κοινού με μία επιτροπή αποτελούμενη από δύο άλλους αρχιερείς, να εξετάσει τα λείψανα του Άγιου Ιωάν­νη. Το απόγευμα της 28ης Σεπτεμβρίου/11 Οκτωβρίου 1993, μετά από μία παννυχίδα πού τελέστηκε στον τάφο από μέλη της Επιτροπής, ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος μίλησε σύντο­μα, καλώντας όλους τους συμμετέχοντες σ' αυτό το ιερό έργο να συμφιλιωθούν και ζητώντας ο ίδιος συγχώρεση απ' ό­λους, ευλόγησε τους παρόντες να ανοίξουν τον τάφο. Αφού αφαίρεσαν το καπάκι της σαρκοφάγου, οι συμμετέχοντες ανέσυραν το μεταλλικό φέρετρο του Άγιου και παρατήρη­σαν πώς σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει εντελώς από τη σκουριά. Με φόβο του Θεού και με προσευχή άνοιξαν το φέρετρο. Το πρόσωπο του Αγίου ήταν καλυμμένο και όλοι αμέ­σως έστρεψαν την προσοχή τους στα λευκά, άφθαρτα χέρια του. Αφού προσευχήθηκαν, ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος απομάκρυνε τον «αέρα» από την κεφαλή του Αρχιεπισκό­που και αποκάλυψε το άφθαρτο πρόσωπο του δοξασμένου από τον Θεό Άγιου. Εκείνη τη στιγμή ένα είδος υπερφυ­σικής πνευματικής ειρήνης, μία ασυνήθιστα ευλαβική σιγή έγινε αισθητή. Κανείς δεν εξεπλάγη, κανείς δεν μιλούσε. Όλα τα προβλήματα έμοιαζαν να εξαφανίζονται. Τέτοια ήταν η γεμάτη χάρη εμπειρία του να στέκεται κανείς δίπλα στα λείψανα του Άγιου.

Στην επόμενη σύγκληση της Συνόδου των Επισκόπων, ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος ανέφερε ότι τα τίμια λείψανα του Αγίου Ιωάννη εξετάστηκαν από τη Συνοδική Επιτροπή, την οποία αποτελούσαν ο ίδιος, ο Αρχιεπίσκοπος Λαύρος των Συρακουσών και της Αγίας Τριάδος, ο Επίσκοπος Κύ­ριλλος του Σηάτλ και άλλα δώδεκα ακόμη πρόσωπα, επιλεγ­μένα από τον συνοδικό Επίσκοπο. Αφού άκουσε την ανα­φορά του Αρχιεπισκόπου Αντωνίου και την έκθεση της Επιτροπής για την εξέταση των λειψάνων του Άγιου Ιωάννη, η Σύνοδος των Επισκόπων ευλόγησε τη συνέχιση των προσπαθειών προετοιμασίας της αγιοποίησης του Άγιου Ιωάννη, πού προγραμματίστηκε για την 19η Ιουνίου/2 Ιουλίου, ημέρα της ευλογημένης κοίμησης του.

Σ' αυτές τις τρομακτικές ημέρες της γενικής αποστασίας από τον Θεό, ο Κύριος δεν είχε εγκαταλείψει τον λαό Του και του είχε στείλει ένα μεγάλο μεσίτη. Ενώπιον του θρόνου του Θεού είναι ένας θαρραλέος υπερασπιστής της Εκκλη­σίας του Χριστού. Ένας αγωνιστής και ασκητής σύμφωνα με την παράδοση των στυλιτών, πού ανέλαβαν μόνοι τους την πιο αυστηρή μορφή της αυτονέκρωσης· όσοι βίωσαν τη «σαλότητα για χάρη του Χριστού», η οποία υπερβαίνει τη σοφία του κόσμου τούτου. Ένας καλός και στοργικός ποιμέ­νας πού θυσίασε τη ζωή του για το ποίμνιο του. Ένας δά­σκαλος και παιδαγωγός της ορθόδοξης νεολαίας. Ένας θαυματουργός και ανιδιοτελής θεραπευτής. Ένας απόστο­λος και ιεραπόστολος. Ένας βαθύς θεολόγος. Ένας θεατής μυστηρίων και ένας ιεράρχης παγκόσμιας σπουδαιότητας, πού ακλόνητα ακολούθησε εκείνο πού είχε υποσχεθεί ενώπιον Θεού και ανθρώπων στη μαρτυρία του πού διαβάστηκε κατά τη διάρκεια της εκλογής του στην Επισκοπή: «Τι άλλο μεγαλύτερο όφελος μπορεί να φέρει κανείς στον πλησίον του από το να τον προετοιμάσει για την αιώνια ζωή...».

Με τις προσευχές του Άγιου μας πατέρα Ιωάννη, ας μας διαφυλάττει Κύριος ο Θεός από κάθε κακό, ας ενισχύει την πίστη μας και ας μας βοηθά να πορευόμαστε την αληθινή οδό προς τη σωτηρία. Στον Θεό μας, πού είναι θαυμαστός ανάμεσα στους Άγιους Του αξίζει κάθε δόξα, τιμή και προ­σκύνηση, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.